Οδηγία 2014/95/ΕU: Ο δρόμος της ενσωμάτωσης

3413

Γράφει ο Αλέξανδρος Κωστόπουλος,

(ΒΑ, ΜΒΑ), Υπεύθυνος Ανάπτυξης CSR HELLAS

 

Η Οδηγία 2014/95/ΕU σχετικά με τη δημοσιοποίηση μη-οικονομικών πληροφοριών και πληροφοριών για τη διαφορετικότητα από μεγάλες επιχειρήσεις και οργανισμούς που ψηφίστηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επί Ελληνικής Προεδρίας της Ε.Ε. και τέθηκε σε ισχύ την 6η Δεκεμβρίου 2014, έχει δημιουργήσει σε εθνικό αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο, προβληματισμό με επίκεντρο τη βελτίωση του επιπέδου διαφάνειας των επιχειρήσεων και οργανισμών.

Κατά την Οδηγία, η υποχρέωση δημοσιοποίησης μη-οικονομικών πληροφοριών, αφορά τις μεγάλες οντότητες δημοσίου συμφέροντος, που απασχολούν περισσότερους από 500 εργαζομένους. Η έννοια του «δημόσιου συμφέροντος» ορίζεται στο άρθρο 2 της Οδηγίας 2013/34/EU και ποικίλλει μεταξύ των διαφόρων κρατών-μελών της  Ένωσης. Σύμφωνα με συγκριτική μελέτη της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Λογιστών3, στην Ελλάδα ως δημοσίου συμφέροντος ορίζονται οι εισηγμένες στο χρηματιστήριο επιχειρήσεις, οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες και όλες όσες περιγράφονται ως δημοσίου συμφέροντος από το νομικό πλαίσιο σύστασής τους. Οι προαναφερόμενες κατηγορίες επιχειρήσεων θεωρούνται δημόσιου συμφέροντος σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ένωσης, ενώ σε αρκετές από αυτές, η έννοια διευρύνεται, περιλαμβάνοντας και μεγάλες μη-εισηγμένες επιχειρήσεις σύμφωνα με τη δραστηριότητά τους ή το μέγεθός τους ή τον αριθμό των εργαζομένων τους, καθώς επίσης, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία, επιχειρήσεις του δημοσίου, επιχειρήσεις διαχείρισης κεφαλαίων κ.ά.

Η Οδηγία καθιερώνει ότι οι υπόχρεες επιχειρήσεις θα συμπεριλαμβάνουν στην έκθεση διαχείρισης και έναν μη-οικονομικό απολογισμό, που θα περιέχει πληροφορίες που θα αναφέρονται τουλάχιστον στα ακόλουθα κύρια θέματα: περιβαλλοντικά, κοινωνικά και εργασιακά, σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και καταπολέμησης της διαφθοράς και των δωροδοκιών.

Επίσης, η Οδηγία αποσαφηνίζει ότι οι μη-οικονομικοί απολογισμοί θα πρέπει να περιέχουν κατ’ ελάχιστο σύντομη περιγραφή του επιχειρηματικού μοντέλου, περιγραφή καθιερωμένων από την εταιρεία πολιτικών σχετικά με τα πιο πάνω θέματα, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών δέουσας επιμέλειας (due diligence process), καθώς και αποτελέσματα αυτών των πολιτικών. Παράλληλα, θα πρέπει να γίνεται αναφορά στους κύριους κινδύνους που σχετίζονται με τη δραστηριότητα της επιχείρησης, συμπεριλαμβάνοντας ανάλογα με τη σχετική σημαντικότητα, αναφορές για εταιρικές σχέσεις, προϊόντα ή υπηρεσίες που μπορεί να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις επί των αναφερόμενων κύριων θεμάτων και πώς η επιχείρηση διαχειρίζεται τους κινδύνους αυτούς. Τέλος, θα πρέπει η αναφορά να στηρίζεται σε μη-οικονομικούς βασικούς δείκτες απόδοσης (KPIs), σχετικούς με τη συγκεκριμένη εταιρεία ή κλάδο.

Εκτιμάται πως πολλαπλά οφέλη μπορούν να προκύψουν τόσο για τις ίδιες τις εταιρείες, τους επενδυτές, αλλά και την ευρύτερη κοινωνία από την αυξημένη διαφάνεια, καθώς αυτή θα οδηγήσει σε βελτίωση των επιδόσεων των εταιρειών σε μη-αμιγώς οικονομικά πεδία. Ήδη, σε διεθνές επίπεδο οι επενδυτές δείχνουν όλο και εντονότερο ενδιαφέρον για τις μη-οικονομικές πληροφορίες, στην προσπάθειά τους να εξάγουν μια ολοκληρωμένη εικόνα της θέσης και επίδοσης κάθε εταιρείας, προκειμένου να αναλύσουν και να συνεκτιμήσουν μια απόφαση για επένδυση. Η Οδηγία, επίσης, αποσκοπεί στο δημιουργηθούν συνθήκες ανάδειξης ομοιόμορφου σχετικού πλαισίου που θα επιτρέπει τη συγκρισιμότητα των μη-οικονομικών δημοσιοποιημένων στοιχείων μεταξύ των χωρών της Ευρώπης.

Η Οδηγία έχει σχεδιαστεί με μη-περιοριστικό τρόπο, και αφήνει σημαντική ευελιξία στις επιχειρήσεις για να δημοσιοποιήσουν σχετικές πληροφορίες όπως εκείνες θεωρήσουν χρησιμότερο, απευθυνόμενες στα ποικίλα ενδιαφερόμενα μέρη τους (stakeholders). Παράλληλα, η δημοσιοποίηση μπορεί να βασιστεί σε εθνικά, ευρωπαϊκά και διεθνή πλαίσια, όπως το UN Global Compact, το Eco-Management and Audit Scheme (ΕΜΑS), τις κατευθυντήριες Αρχές του ΟΗΕ για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τις επιχειρήσεις, τις αρχές για Πολυεθνικές Επιχειρήσεις του ΟΟΣΑ, το μη-πιστοποιήσιμο πρότυπο ISO 26000, την τριμερή Συμφωνία Αρχών προς πολυεθνικές επιχειρήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εργασίας, το GRI και άλλα διεθνώς αναγνωρισμένα πλαίσια.

Με σκοπό την παροχή περαιτέρω κατευθύνσεων και βοήθειας προς τις υπόχρεες επιχειρήσεις, ώστε να προετοιμαστούν καλύτερα για την εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε τον Ιανουάριο του 2016 πρωτοβουλία για την έκδοση μη-δεσμευτικών κατευθυντήριων γραμμών (non-binding guidelines), με στόχο να διευκολυνθεί η χρήσιμη, συναφής και συγκρίσιμη δημοσιοποίηση μη-οικονομικών πληροφοριών. Ζητούμενο είναι η επικέντρωση στη δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικών με τα θέματα που η επιχείρηση ορίζει ως σημαντικά, λαμβάνοντας υπόψη παραμέτρους όπως το αντικείμενο δραστηριότητας, το περιβάλλον λειτουργίας της κ.ά., συνδυάζοντας αυτή την παρουσίαση με δείκτες απόδοσης, καθώς και με χρήσιμες και ουσιαστικές πληροφορίες.

Πρώτο βήμα της διαδικασίας εκπόνησης των κατευθυντήριων γραμμών, που θα αποτελέσουν στη συνέχεια και τη βάση ενσωμάτωσης της Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία κάθε κράτους-μέλους, είναι η υλοποίηση δημόσιας διαβούλευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία θα διαρκέσει μέχρι τις 15 Απριλίου 2016, με στόχο τη συλλογή πληροφοριών και απόψεων, από όσο το δυνατόν περισσότερους συμμέτοχους.

Όσοι συμμετάσχουν στη δημόσια διαβούλευση έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν άποψη σχετικά με τη σημαντικότητα διάφορων πτυχών που θα πρέπει να καλύπτονται από τις κατευθυντήριες γραμμές, όπως η συνάφεια, η χρησιμότητα, η συγκρισιμότητα, η περιεκτικότητα, η ισορροπία, η κατανόηση, η αξιοπιστία κ.ά. των δημοσιοποιούμενων πληροφοριών. Επίσης, όσοι συμμετάσχουν μπορούν να εκφράσουν τη γνώμη τους αναφορικά με το ποιοι θα πρέπει να θεωρούνται ως το κύριο ακροατήριο του μη-οικονομικού απολογισμού, καθώς και ποια χαρακτηριστικά κάνουν μια πληροφορία ουσιαστική.

Η διαβούλευση θέτει το θέμα της χρησιμότητας των κατευθυντήριων γραμμών τόσο για τις εταιρείες, όσο και για τους χρήστες, αναφορικά με το εύρος των παρεχόμενων αναφορών, δηλαδή αν αυτές θα περιορίζονται σε γενικές παραδοχές και βασικές αρχές ή αν θα εξειδικεύονται σε λεπτομερείς προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κλαδικών θεμάτων.

Επίσης, επί των θεμάτων υποχρεωτικής αναφοράς, όπως επιχειρηματικό μοντέλο, πολιτικές και τα αποτελέσματά τους, κύριοι επιχειρηματικοί κίνδυνοι κ.ά., οι συμμετέχοντες μπορούν να δώσουν σύντομη περιγραφή της κατανόησής τους σχετικά με το εύρος των στοιχείων αυτών. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην αποτύπωση των αναφορών με χρήση δεικτών επίδοσης (KPIs), έτσι ώστε να προκύψει το επίπεδο ευελιξίας της επιλογής από τις ίδιες τις επιχειρήσεις, εκείνων των KPIs που κρίνουν ότι είναι καταλληλότερο να χρησιμοποιήσουν. Εναλλακτικά διερευνάται η δημιουργία καταλόγου ειδικών και γενικών KPIs, ή η επιλογή διασύνδεσης μιας αναφοράς με KPIs που έχουν προταθεί από άλλα πλαίσια όπου θίγονται ειδικά θέματα αναφοράς ή, τέλος, η δημοσιοποίηση εκείνων των KPIs που έχουν συνάφεια και λειτουργούν συμπληρωματικά σε αναφορές οικονομικών στοιχείων.

Στη διαβούλευση, επίσης, τίθεται το θέμα, αν και κατά πόσο οι κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να συσχετίζονται με υπάρχοντα εθνικά, ευρωπαϊκά ή διεθνή πλαίσια αναφοράς (όπως το UNGC κ.ά.), αν θα πρέπει να εμπνέονται από αυτά ή να κάνουν αναφορά σε αυτά, ή να λειτουργούν συμπληρωματικά ή να εξηγούν πώς το περιεχόμενο άλλων πλαισίων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στον μη-οικονομικό απολογισμό, ενώ τέλος εξετάζεται αν οι κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να είναι τόσο λεπτομερείς, ώστε να καθιστούν ανούσια τη χρήση άλλων πλαισίων από τις επιχειρήσεις.

Ταυτόχρονα, μέσω της διαβούλευσης, γίνεται προσπάθεια μέτρησης της τάσης σχετικά με τη σταδιακή διεύρυνση του εύρους των υπόχρεων από την Οδηγία επιχειρήσεων και σε μικρότερου μεγέθους επιχειρήσεις, με κριτήριο τη σύνταξη έκθεσης διαχείρισης, ώστε οι υπό διαμόρφωση κατευθυντήριες γραμμές να συμπεριλαμβάνουν αναφορές και μέριμνα και για μη υπόχρεες με βάση την Οδηγία επιχειρήσεις. Τέλος, η διαβούλευση θέτει το ερώτημα κατά πόσο οι κατευθυντήριες γραμμές πρέπει να περιγράφουν με σαφήνεια τον τρόπο δημοσιοποίησης στοιχείων, σχετικά με το θέμα της διαφορετικότητας στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών.

Όσοι προτίθενται να υποβάλουν τις απόψεις, θέσεις και προτάσεις τους μπορούν να επισκεφτούν τη σχετική ιστοσελίδα4 της Ε.Ε. μέχρι τις 15 Απριλίου 2016, ευελπιστώντας σε μια κοινά αποδεκτή από όλες τις κυβερνήσεις κρατών-μελών της  Ένωσης χρήση των κατευθυντήριων γραμμών για ενσωμάτωση της Οδηγίας στο εθνικό ρυθμιστικό πλαίσιο κάθε χώρας, με τρόπο που θα διευκολύνει τις επιχειρήσεις, δεν θα τις επιβαρύνει με πρόσθετο φόρτο και τελικά θα εξυπηρετεί τον αρχικό στόχο, που δεν είναι άλλος από την ενίσχυση της διαφάνειας.

Τέλος, οι κατευθυντήριες γραμμές είναι κρίσιμο να διασφαλίζουν και να ενισχύουν τα δύο επίπεδα ευελιξίας, όπως άλλωστε προβλέπεται και στην Οδηγία. Πρόκειται για την παρεχόμενη ευελιξία αφενός μεν των κρατών-μελών σχετικά με τα πεδία που ενδεχομένως μπορεί να επιτευχθεί διεύρυνση των υπόχρεων επιχειρήσεων αφετέρου δε και των ίδιων των επιχειρήσεων σχετικά με το επίπεδο ανάλυσης και εμβάθυνσης των μη-οικονομικών πληροφοριών. Καταληκτική ημερομηνία ολοκλήρωσης της ενσωμάτωσης της Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία των κρατών-μελών ορίζεται η 6η Δεκεμβρίου 2016.

Το CSR Hellas παρακολουθεί στενά το θέμα της ενσωμάτωσης της Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία, όχι μόνο στη χώρα μας, που τελευταία παρατηρείται έντονη σχετική κινητικότητα, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς εκτός από τη συμμετοχή του στην αντίστοιχη ομάδα του CSR Europe, επιλέχθηκε μαζί με το Ισπανικό Δίκτυο να ενημερώνει το UN Global Compact για τις σχετικές εξελίξεις.

 

Το CSR Hellas

Το CSR Hellas είναι μη κερδοσκοπικό επιχειρηματικό σωματείο που ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 2000. Μέλη του αποτελούν επιχειρήσεις και επιχειρηματικοί φορείς.  Όραμά του είναι η βελτίωση της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και της ελληνικής οικονομίας συνολικά, μέσω της ενσωμάτωσης της υπεύθυνης επιχειρηματικότητας στη στρατηγική και τους βασικούς άξονες της λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Αποτελεί το συντονιστή φορέα του τοπικού δικτύου (Global Compact Network Hellas)  του Οικουμενικού Συμφώνου του ΟΗΕ (UN Global Compact) στην Ελλάδα. Εκπροσωπεί την Ελλάδα ως εθνικός εταίρος του CSR Europe -του ηγετικού ευρωπαϊκού επιχειρηματικού φορέα για την ΕΚΕ- που εκτός από πλήθος πολυεθνικών επιχειρήσεων μελών του έχει αναπτύξει και ένα δίκτυο 45 εθνικών εταίρων σε όλη την Ευρώπη, συγκεντρώνοντας πάνω από 10.000 επιχειρήσεις, ενεργώντας ως μια πλατφόρμα για όσες εξ αυτών ενδιαφέρονται να ενισχύουν τη βιώσιμη ανάπτυξη και να συμβάλλουν θετικά στην κοινωνία.

 

Αναδημοσίευση από το Τεύχος 54 του CSR Review.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ