Adecco: Η Απασχολησιμότητα στην Ελλάδα το 2017

149

Η Adecco Ελλάδας, μέλος του Ομίλου Adecco, παγκόσμιου ηγέτη στην παροχή λύσεων Ανθρώπινου Δυναμικού, παρουσιάζει τα αποτελέσματα της έρευνας με τίτλο «Απασχολησιμότητα στην Ελλάδα 2017 – Αποτύπωση της γνώμης των εργοδοτών για την αγορά εργασίας».

Η μεθοδολογία βάσει της οποία πραγματοποιήθηκε η έρευνα είναι η CAWI (Computer Aided Web Interviewing), ενώ το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 113 άτομα – στελέχη και ιδιοκτήτες επιχειρήσεων που συμμετέχουν ενεργά στην επιλογή προσωπικού. Η έρευνα διενεργήθηκε από την εταιρεία ερευνών LMG σε συνεργασία με την H+K Strategies, για λογαριασμό της Adecco και στόχο έχει να καταγράψει τη γνώμη των εργοδοτών στην Ελλάδα αναφορικά με τον βαθμό στον οποίο οι σημερινοί υποψήφιοι και εργαζόμενοι διαθέτουν το σύνολο των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων που αναζητούν οι εταιρείες.

Από την έρευνα προκύπτει ότι οι εργοδότες θεωρούν πως οι δεξιότητες και οι ικανότητες του υφιστάμενου προσωπικού στην εταιρεία τους δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις ανάγκες της σύγχρονης αγοράς εργασίας. Το 44% των συμμετεχόντων στην έρευνα δήλωσαν ότι οι εργαζόμενοί τους ανταποκρίνονται επαρκώς στις ανάγκες της εταιρείας, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για το 2016 ήταν 64%, ενώ ποσοστό 52% των συμμετεχόντων απάντησαν ότι οι εργαζόμενοι ανταποκρίνονται μόνο εν μέρει στις σύγχρονες ανάγκες των επιχειρήσεων, ποσοστό που παρουσιάζει αύξηση σε σχέση με το αντίστοιχο ποσοστό του 2016, που ήταν 34%. Έχει λοιπόν μειωθεί ο αριθμός των εργοδοτών που θεωρούν ότι το υφιστάμενο προσωπικό τους πληροί τις ανάγκες της θέσης του και της εταιρείας, όπως αυτές διαμορφώνονται στο σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η αναντιστοιχία δεξιοτήτων που αναγνωρίζουν οι εργοδότες στην εν λόγω έρευνα, δεν αποτυπώνεται στην άποψη των υποψηφίων και των εργαζομένων που καταγράφηκε από την αντίστοιχη έρευνα, που είχε πραγματοποιηθεί νωρίτερα μέσα στο έτος και είχε παρουσιαστεί τον Ιούλιο του 2017  καταγράφοντας τη γνώμη του κοινού σχετικά με τις δεξιότητές του. Συγκεκριμένα, αξιολογώντας τα προσόντα τους, η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων και υποψηφίων θεωρεί ότι διαθέτει σε πολύ ή αρκετά ικανοποιητικό βαθμό το σύνολο των ικανοτήτων και δεξιοτήτων που χρειάζονται οι επιχειρήσεις.

Ταυτόχρονα, αυξητική τάση παρουσιάζει το ποσοστό εκείνων που θεωρούν ότι υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στις δεξιότητες που αναπτύσσει το σύστημα εκπαίδευσης και σε αυτές που επιζητούν οι εταιρείες από τον σύγχρονο υποψήφιο. Σύμφωνοι με την παραπάνω άποψη δηλώνουν οι συμμετέχοντες σε ποσοστό 80%, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για το 2016 ήταν 75%. Αντίθετοι με την παραπάνω άποψη είναι οι συμμετέχοντες σε ποσοστό 20%. Για τον περιορισμό της αναντιστοιχίας αυτής συστήνεται η ενίσχυση της πρακτικής άσκησης/ μαθητείας στις επιχειρήσεις (ποσοστό 68%), ενώ ακολουθεί ως πρόταση η περαιτέρω εξοικείωση των σπουδαστών/ φοιτητών μέσω του εκπαιδευτικού προγράμματος με πρακτικές αντίστοιχες εκείνων του επιχειρηματικού κόσμου, όπως ενδεικτικά αναφέρονται οι παρουσιάσεις, η ομιλία σε κοινό, οι ομαδικές εργασίες κτλ. (ποσοστό 57%). Τέλος, προτείνεται η ενδυνάμωση της συνεργασίας των φορέων εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας (ποσοστό 50%).

Με στόχο να γεφυρώσουν το κενό δεξιοτήτων που διαπιστώνεται, οι εταιρείες δηλώνουν ότι σχεδιάζουν για το προσωπικό εκπαιδευτικά προγράμματα προσαρμοσμένα στις ανάγκες λειτουργίας τους ή παρέχουν στους εργαζομένους τους τη δυνατότητα συμμετοχής σε προγράμματα ενίσχυσης της γνώσης και αύξησης της απόδοσης. Σχετικά με τις ευκαιρίες εκπαίδευσης, ποσοστό 88% των συμμετεχόντων εργοδοτών δήλωσαν πως προσφέρονται από την εταιρεία τους. Ποσοστό 82% των ερωτώμενων απάντησε ότι υλοποιούνται εκπαιδευτικά σεμινάρια, είτε από τις ίδιες τις εταιρείες είτε από εξωτερικούς συνεργάτες, ενώ άλλες μορφές εκπαίδευσης και ανάπτυξης που αναφέρονται είναι η δυνατότητα παρακολούθησης διαδικτυακών σεμιναρίων (on line courses) (56%), καθώς και η συμμετοχή σε ημερίδες/ συνέδρια (55%).

Η έρευνα εξέτασε ακόμα τον βαθμό, κατά τον οποίο οι συμμετέχοντες στη διαδικασία επιλογής προσωπικού αξιολογούν ως «ελκυστικές» τις εταιρείες τους. Φαίνεται πως υπάρχει απόκλιση απόψεων μεταξύ των ανώτερων και των μεσαίων στελεχών στο θέμα αυτό. Χαρακτηριστικά, όπως η «παροχή εκπαίδευσης», η «τήρηση ωραρίου», η «δίκαιη αμοιβή» και η «αποτελεσματική οργάνωση» είναι τα σημεία, στα οποία εμφανίζεται η μεγαλύτερη απόκλιση στα δύο κοινά, δηλαδή των ανώτερων στελεχών και των μεσαίων στελεχών.  Οι συμμετέχοντες στην έρευνα δήλωσαν ότι θεωρούν ελκυστική την εταιρεία τους σε ποσοστό 61%, εν μέρει ελκυστική σε ποσοστό 2% και μη ελκυστική σε ποσοστό 37%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μη ελκυστική θεωρούν την εταιρεία τους κυρίως νεότερης ηλικίας άτομα. Τα χαρακτηριστικά εκείνα που συγκεντρώνουν τα μεγαλύτερα ποσοστά αναφορικά με την ικανότητά τους να δημιουργήσουν ένα ελκυστικό εργασιακό περιβάλλον είναι, η «ηθική και δίκαιη συμπεριφορά προς τους εργαζομένους και τους συνεργάτες», η «καλή φήμη», η «ικανή διοίκηση», το «ήρεμο και ευχάριστο κλίμα εργασίας», η «τήρηση του ωραρίου εργασίας» και οι «παρεχόμενες δυνατότητες εκπαίδευσης».

Επιπλέον, είναι ενδιαφέρον και αισιόδοξο ως μήνυμα το γεγονός ότι η έρευνα καταγράφει σχετική κινητικότητα στην αγορά, δεδομένου ότι οι μισές εταιρείες από αυτές που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν πως ενδιαφέρονται να στελεχώσουν κάποιο τμήμα τους. Τα τμήματα που εμφανίζονται κυρίως να έχουν ανάγκη επιπλέον ενδυνάμωσης από στελέχη είναι τμήματα Πωλήσεων, Marketing και Παραγωγής. Εντούτοις, δυσκολίες αναφέρονται κατά την προσπάθεια στελέχωσης θέσεων καθώς, όπως δήλωσαν οι συμμετέχοντες – εργοδότες, υπήρξε έλλειμα δεξιοτήτων στους υποψήφιους που ανταποκρίθηκαν σε σχέση με τις ικανότητες και τις δεξιότητες που απαιτούσε η θέση. Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις εντοπίζονται στην «ανάληψη πρωτοβουλιών», στην «ικανότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων» και στην «ευελιξία/ προσαρμοστικότητα» των υποψηφίων. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι εργοδότες ανέδειξαν ως τις σημαντικότερες δεξιότητες για την κάλυψη των κενών θέσεων εντός των εταιρειών τους, το «εργασιακό ήθος» (ποσοστό 84%), την «ικανότητα εργασίας σε ομάδα» (ποσοστό 65%) και την «ευελιξία/ προσαρμοστικότητα» (ποσοστό 56%). Οι «τεχνικές και πρακτικές γνώσεις για τη συγκεκριμένη εργασία» έπονται στη σχετική λίστα (ποσοστό 42%).

Κύρια συμπεράσματα:

  1. Αναντιστοιχία δεξιοτήτων υπάρχει ανάμεσα σε αυτές που διαθέτουν οι σύγχρονοι εργαζόμενοι και εκείνες που έχουν ανάγκη οι εταιρείες. Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι επαρκώς συνδεδεμένο με την αγορά εργασίας, ενώ ταυτόχρονα οι τεχνολογικές εξελίξεις καθιστούν απαραίτητη την καλύτερη συνεργασία μεταξύ πολιτείας, εκπαιδευτικού συστήματος και επιχειρηματικού κόσμου για τον περιορισμό της αναντιστοιχίας αυτής και την ανάπτυξη ταλέντων που θα βοηθήσουν τις επιχειρήσεις αλλά και την οικονομία να αναπτυχθούν.
  2. Είναι αναγκαίο να γίνει αντιληπτή η αναντιστοιχία δεξιοτήτων και από τους εργαζόμενους/υποψηφίους, ώστε και οι ίδιοι να ενεργοποιηθούν προς τη σωστή κατεύθυνση.
  3. Για τον περιορισμό της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων προγράμματα πρακτικής άσκησης και μαθητείας μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά. Το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να προετοιμάζει περισσότερους τους νέους και να τους εξοικειώνει με πρακτικές  αντίστοιχες εκείνων του επιχειρηματικού κόσμου, όπως ενδεικτικά αναφέρονται οι παρουσιάσεις, η ομιλία σε κοινό, οι ομαδικές εργασίες κτλ. Υπάρχει ανάγκη μεγαλύτερης διασύνδεσης του εκπαιδευτικού συστήματος με την αγορά εργασίας.
  4. Οι εταιρείες ολοένα και περισσότερο συνειδητοποιούν την ανάγκη διαρκούς εκπαίδευσης και ανάπτυξης των εργαζομένων τους, ώστε να παραμένουν παραγωγικές και να επιτυγχάνουν τους στόχους τους και σε μεγάλο βαθμό έχουν θεσπίσει πρακτικές προς αυτήν την κατεύθυνση.
  5. Οι εταιρείες θα πρέπει να δώσουν έμφαση σε πρακτικές που θα τις κάνουν περισσότερο ελκυστικές στα ταλαντούχα στελέχη ώστε να παραμένουν ανταγωνιστικές. Θα πρέπει να αναγνωρίσουν τα σημεία προς βελτίωση και να αναπτύξουν πολιτικές δημιουργίας ελκυστικού εργασιακού περιβάλλοντος που θα εμπνέει τους εργαζομένους να επιτύχουν μέσα σε αυτό και θα προσελκύει και νέα ταλέντα που θα τους δώσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

 

Ο Κωνσταντίνος Μυλωνάς, Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Adecco Ελλάδας, δήλωσε σχετικά: «Το 2ο μέρος της έρευνας σχετικά με την “Απασχολησιμότητα στην Ελλάδα” που πραγματοποίησε η Adecco Ελλάδας για τρίτη συνεχή χρονιά παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Το έλλειμα δεξιοτήτων που εντοπίζουν τα στελέχη αναφορικά με τους υποψηφίους αναδεικνύει την ύπαρξη ενός κενού, του οποίου η γεφύρωση είναι πολύ σημαντική προκειμένου να καλυφθούν οι ανοιχτές θέσεις εργασίας που εξακολουθούν να υπάρχουν παρά τα υψηλά ποσοστά ανεργίας. Η δυνατότητα πρακτικής άσκησης και εκπαίδευσης εντός των επιχειρήσεων, αλλά και η καλλιέργεια δεξιοτήτων, που θεωρούνται καίριες στους οργανισμούς, είναι το κλειδί. Είναι αισιόδοξο το γεγονός ότι έχουν γίνει αρκετά βήματα από την πλευρά του επιχειρηματικού κόσμου τουλάχιστον προς αυτή την κατεύθυνση τα τελευταία χρόνια, ωστόσο το χάσμα παραμένει και με την καταγραφή του στοχεύουμε στο να ενισχύσουμε περαιτέρω τη συζήτηση για την ανεύρεση λύσεων».

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here