Τα τελευταία χρόνια η Βιωσιμότητα στις επιχειρήσεις εστίασε στην ανάγκη τήρησης των σχετικών κανονιστικών υποχρεώσεων: συμμόρφωση με τη νομοθεσία, συγκέντρωση δεδομένων για τη συμπλήρωση δεικτών, παραγωγή ετήσιων εκθέσεων.
Σήμερα το περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά. Η υποβάθμιση των θεμάτων Βιωσιμότητας στην πολιτική ατζέντα -και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού- συνοδεύεται από την υποχώρηση των κανονιστικών απαιτήσεων συμμόρφωσης της ΕΕ. Αυτό δίνει εσφαλμένα σήμα για δυνατότητα οπισθοχώρησης των εταιρειών στα θέματα αυτά, μέσω είτε της «χαλάρωσης» στην υλοποίηση σχετικών δράσεων είτε και της πλήρους εγκατάλειψης στόχων και πρωτοβουλιών.
Σε μια εποχή που η Βιωσιμότητα δεν θεωρείται πλέον «καθήκον», αξίζει άραγε τον κόπο να συνεχίσει μια εταιρεία να ασχολείται με αυτήν; Η απάντηση είναι σαφώς «ναι», καθώς η Βιωσιμότητα για τις επιχειρήσεις αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς μοχλούς στρατηγικής αξίας, ανταγωνιστικότητας και ανθεκτικότητας.
Οι εταιρείες λειτουργούν πλέον σε ένα πλαίσιο όπου οι προσδοκίες των επενδυτών, των πελατών και των εργαζομένων έχουν μετατοπιστεί. Παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η κλιματική κρίση, η απώλεια βιοποικιλότητας, οι κοινωνικές ανισότητες, η φτωχοποίηση δημιουργούν ένα περιβάλλον, όπου η Βιωσιμότητα δεν είναι απλώς «καλό να υπάρχει» (“nice to have”), αλλά είναι κρίσιμη για την επιβίωση, την ανάπτυξη και την «κοινωνική άδεια λειτουργίας» (“social license to operate”) μιας επιχείρησης. Παράλληλα, οι σχετικές απαιτήσεις και πιέσεις από τους χρηματοπιστωτικούς φορείς είναι πλέον αναπόδραστες για τις επιχειρήσεις (π.χ. ESG risk scoring, taxonomy alignment κ.λπ.).
Ουσιαστική επιχειρηματική Βιωσιμότητα σήμερα σημαίνει ετοιμότητα της εταιρείας να διαχειρίζεται κινδύνους σε πραγματικό χρόνο, ενσωματώνοντας τα κριτήρια που αφορούν το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση στη λήψη αποφάσεων και στη λειτουργία της. Επιπλέον, προϋποθέτει επένδυση σε ένα ανθεκτικό επιχειρηματικό μοντέλο και μετάβαση από μια κουλτούρα «αντίδρασης» σε μια κουλτούρα πρόβλεψης και αποτροπής δυνητικών προβλημάτων και κρίσεων.
Ποιες πολιτικές, όμως, εφαρμόζει μια επιχείρηση που αντιλαμβάνεται τη στρατηγική αξία της Βιωσιμότητας;
Καταρχάς ενσωματώνει αρχές Βιωσιμότητας στον σχεδιασμό των προϊόντων και των υπηρεσιών της, τόσο για να συμμορφωθεί με τους σχετικούς ευρωπαϊκούς κανονισμούς (π.χ. για τον οικολογικό σχεδιασμό των προϊόντων) όσο και για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των καταναλωτών, οι οποίοι απαιτούν πλέον από τις εταιρείες περιβαλλοντική και κοινωνική υπευθυνότητα.
Αναπτύσσει ελκυστικές, δίκαιες και συμπεριληπτικές πολιτικές ανθρώπινου δυναμικού, όχι μόνο για να συμμορφωθεί με την εργατική νομοθεσία αλλά επίσης για να προσελκύσει και να διατηρήσει ταλέντα, σε μια εποχή όπου οι εργαζόμενοι αναζητούν, πέρα από ικανοποιητικό μισθό, σκοπό και ήθος στην εργασία τους (purpose and ethics).
Εντάσσει τις αρχές Βιωσιμότητας στην αξιολόγηση των προμηθευτών της, με μια φιλοσοφία όχι τιμωρητική («αν δεν συμμορφώνεσαι κόβεσαι»), αλλά μεταλαμπάδευσης των αρχών υπεύθυνης λειτουργίας προς τους προμηθευτές, με τρόπο υποστηρικτικό και αμοιβαία ευνοϊκό για τις δύο πλευρές της συνεργασίας.
Μελετά τα δεδομένα Βιωσιμότητας τόσο στον οικονομικό σχεδιασμό της εταιρείας, όσο και στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης κινδύνων και ευκαιριών, καθώς και στον εντοπισμό των προσδοκιών διαφόρων ενδιαφερομένων μερών. Με αυτό τον τρόπο η εταιρεία μπορεί να θωρακιστεί έναντι κλιματικών κινδύνων, να αδράξει ευκαιρίες διαφοροποίησης των προϊόντων της και να ενισχύσει την εταιρική φήμη και εμπιστοσύνη.
Όμως η πιο σημαντική συνειδητοποίηση των εταιρειών, που αντιλαμβάνονται τη Βιωσιμότητα ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και την έχουν εφαρμόσει στην πράξη, είναι ότι η ουσιαστική Βιωσιμότητα είναι επένδυση, όχι κόστος. Η τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια, που έχει ως επίπτωση αυξημένα ενεργειακά κόστη και ζητήματα τροφοδοσίας καυσίμων, αποτελεί τρανό παράδειγμα ότι οι περιβαλλοντικά υπεύθυνες επιλογές (π.χ. διαδικασίες ενεργειακής εξοικονόμησης, χρήσης καθαρών πηγών ενέργειας κ.λπ.) οδηγούν σε μείωση του λειτουργικού κόστους και στην ανθεκτικότητα της εταιρείας έναντι εξωτερικών παραγόντων και κρίσεων. Αντίστοιχα, η ουσιαστική Βιωσιμότητα επιδρά θετικά στην αξιολόγηση κινδύνου της εταιρείας από δυνητικούς επενδυτές και χρηματοδότες, ενισχύοντας την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, πιο εύκολα και με πιο ελκυστικούς όρους.
Για μια εταιρεία που θέλει να κινηθεί από τη συμμόρφωση στη στρατηγική αξία ή έχει ήδη ξεκινήσει το ταξίδι ενσωμάτωσης της Βιωσιμότητας στην επιχειρησιακή της στρατηγική, το Συνέδριο “4ο Effective Dialogue – Disruption or Destruction?” (*) αποτελεί ιδανική ευκαιρία για να συνδεθεί με φορείς και πρωτοβουλίες της αγοράς. Επιπλέον, προσφέρει έγκυρη ενημέρωση για καίρια ζητήματα όπως το greenwashing, τα βιώσιμα επιχειρηματικά πρότυπα, τον ρόλο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην εφαρμογή μοντέλων ανθεκτικής και υπεύθυνης επιχειρηματικότητας, καθώς και τις προσδοκίες και απαιτήσεις των τραπεζών σε θέματα Βιωσιμότητας.
Οι εταιρείες που σήμερα ξεπερνούν την απλή συμμόρφωση και επενδύουν στη στρατηγική αξία της Βιωσιμότητας είναι εκείνες που αναμένεται ότι θα ηγηθούν στους κλάδους τους την επόμενη δεκαετία. Το αδιαμφισβήτητο πλέον επιχειρηματικό τους όφελος αναγνωρίζεται πλήρως από την αγορά και τους κοινωνικούς εταίρους (επενδυτές, πελάτες, εργαζόμενοι), ενώ ταυτόχρονα τις θωρακίζει απέναντι σε κάθε περιβαλλοντική, εφοδιαστική ή άλλη κρίση, τώρα ή στο μέλλον.
(*) Το “4ο Effective Dialogue – Disruption or Destruction?” πραγματοποιείται την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026 στο https://steliosfoundation.gr/ στην Πλάκα.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Έκθεση της Morgan Stanley Institute for Sustainable Investing’s 2026 “Sustainable Signals: Individual Investors“: σύμφωνα με την έρευνα σε 2.250 ιδιώτες επενδυτές από τη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη και την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, το 92% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι ενδιαφέρεται για τις Βιώσιμες επενδύσεις, έναντι 88% πέρυσι.
Μελέτη “Sustainability Reporting after the Omnibus”, της Osapiens, σε συνεργασία με τον Andreas Rasche, Καθηγητή Business in Society στο Copenhagen Business School: αφορά σε 400 εταιρείες απ’ όλη την Ευρώπη. Ανέφεραν ότι αξιοποιούν δεδομένα βιωσιμότητας σε τομείς όπως ο επιχειρησιακός σχεδιασμός και η διαχείριση πόρων (53%), η καινοτομία και ο σχεδιασμός διαδικασιών (48%), ο χρηματοοικονομικός σχεδιασμός και οι επενδυτικές αποφάσεις (38%), καθώς και η αξιολόγηση κινδύνων στην εφοδιαστική αλυσίδα (38%). https://osapiens.com/en/sustainability-reporting-rasche#study
Έρευνα «Sustainability Pulse Survey 2025» της HSBC: Το 95% των επιχειρήσεων θεωρεί τη βιωσιμότητα εμπορική ευκαιρία, ενώ το 99% εκτιμά ότι θα συμβάλει στη δημιουργία διαφοροποιημένου ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος τα επόμενα τρία χρόνια. https://www.business.hsbc.com/en-gb/insights/sustainability-pulse-survey
Έρευνα της Deloitte, “2025 Gen Z and Millennial Survey”: επτά στους δέκα της γενιάς των Gen Z και Millennials αναφέρουν ότι τα περιβαλλοντικά διαπιστευτήρια των εταιρειών είναι σημαντικά για την επιλογή εργοδότη. Επίσης, περίπου το 90% των Gen Z και Millennials αναφέρει ότι η αίσθηση σκοπού είναι σημαντική για την εργασιακή ικανοποίηση και την ευημερία τους. https://www.deloitte.com/global/en/issues/work/genz-millennial-survey.html





































